Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Procession
01
πομπή, παρέλαση
a group of people, animals, or vehicles moving ahead in an organized formation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
processions
Παραδείγματα
A procession of elephants walked through the festival grounds.
Μια πομπή ελεφάντων περπάτησε μέσα από το χώρο του φεστιβάλ.
02
πρόοδος, προχώρηση
the act of advancing toward a goal or destination
Παραδείγματα
The march was a steady procession toward the city center.
Η πορεία ήταν μια σταθερή πομπή προς το κέντρο της πόλης.
03
έκπορευση, πνοή
the coming into being of the Holy Spirit
Παραδείγματα
The doctrine of the procession of the Holy Spirit is central to Christian theology.
Η δογματική της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος είναι κεντρική στη χριστιανική θεολογία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
processional
procession
cession



























