proclamation
Pronunciation
/ˌpɹɑkɫəˈmeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "proclamation"στα αγγλικά

01

διακήρυξη

a formal public statement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proclamations
02

διακήρυξη, ανακοίνωση

the formal act of proclaiming; giving public notice
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store