procedural
pro
prə
πρα
ce
ˈsi:
σι
du
ʤə
τζα
ral
rəl
ραλ
procural

Ορισμός και σημασία του "procedural"στα αγγλικά

procedural
01

διαδικαστικός

relating to the process or procedures, especially those followed in legal or official matters 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, administration, process
Παραδείγματα
Procedural fairness ensures that all parties are treated equitably throughout legal proceedings. 

Η διαδικασιακή δικαιοσύνη διασφαλίζει ότι όλα τα μέρη αντιμετωπίζονται δίκαια σε όλη τη διάρκεια των νομικών διαδικασιών.

02

διαδικαστικός

relating to court practice and procedure as opposed to the principles of law 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

procedural
procedure
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store