problematically
prob
ˌprɒb
προμπ
le
λα
ma
ˈmæ
μαι
tica
tɪk
τικ
lly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "problematically"στα αγγλικά

problematically
01

προβληματικά

in a way that presents difficulties or challenges 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The product launch unfolded problematically, with logistical issues impacting distribution and availability. 

Η κυκλοφορία του προϊόντος ξεκίνησε προβληματικά, με λογιστικά ζητήματα να επηρεάζουν την διανομή και τη διαθεσιμότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

problematically
problematical
problematic
problem
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store