Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
probable
01
πιθανός
having a high possibility of happening or being true based on available evidence or circumstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most probable
συγκριτικός βαθμός
more probable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
With clear skies and no signs of storm, it seems probable that the outdoor event will proceed as planned.
Με καθαρούς ουρανούς και κανένα σημάδι καταιγίδας, φαίνεται πιθανό ότι η εκδήλωση σε εξωτερικό χώρο θα προχωρήσει όπως προγραμματίστηκε.
Probable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
probables
Παραδείγματα
She's one of the probables for the lead role in the upcoming play.
Είναι μία από τις πιθανές για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο επερχόμενο θεατρικό έργο.
Λεξικό Δέντρο
improbable
probability
probably
probable



























