Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prize
01
βραβείο, ανταμοιβή
anything that is given as a reward to someone who has done very good work or to the winner of a contest, game of chance, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prizes
Παραδείγματα
The spelling bee champion proudly held up the winner 's medal as his prize.
Ο πρωταθλητής του ορθογραφικού διαγωνισμού κράτησε με περηφάνια το μετάλλιο του νικητή ως το βραβείο του.
02
βραβείο, έπαθλο
something given as a token of victory
03
λάφυρο, κλοπή
goods or money obtained illegally
to prize
01
εκτιμώ, αξιολογώ
to highly value something
Transitive: to prize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
prize
γ΄ ενικό πρόσωπο
prizes
ενεστώτα μετοχή
prizing
απλός αόριστος
prized
παθητική μετοχή
prized
Παραδείγματα
The ancient manuscript was prized for its valuable insights into the culture of that era.
Το αρχαίο χειρόγραφο εκτιμήθηκε για τις πολύτιμες πληροφορίες που παρείχε για τον πολιτισμό εκείνης της εποχής.
02
αναγκάζω, σηκώνω
to use a tool or force to move something open or apart
Complex Transitive: to prize sth [adj]
Παραδείγματα
They prized the window open to let in some fresh air.
Άνοιξαν το παράθυρο για να αφήσουν λίγο φρέσκο αέρα να μπει.
prize
01
βραβευμένος, επίτιμος
valued for being exceptional or of high quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
prizest
συγκριτικός βαθμός
prizer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hotel is a prize location for luxury accommodations.
Το ξενοδοχείο είναι μια βραβευμένη τοποθεσία για πολυτελή διαμονή.



























