Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prioritize
01
προτεραιοποιώ, δίνω προτεραιότητα
to give a higher level of importance or urgency to a particular task, goal, or objective compared to others
Transitive: to prioritize a task or goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prioritize
γ΄ ενικό πρόσωπο
prioritizes
ενεστώτα μετοχή
prioritizing
απλός αόριστος
prioritized
παθητική μετοχή
prioritized
Παραδείγματα
She prioritizes her health over everything else.
Προτεραιοποιεί την υγεία της πάνω από όλα τα άλλα.
Λεξικό Δέντρο
prioritize
priority
prior



























