Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Printout
01
εκτύπωση, τυπωμένο αντίγραφο
a physical copy of a document, image, or data produced by a printer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
printouts
Παραδείγματα
I need a printout of the report for the meeting.
Χρειάζομαι μια εκτύπωση της αναφοράς για τη συνάντηση.
Λεξικό Δέντρο
printout
out



























