Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prink
01
στολίζομαι, ντύνομαι κομψά
put on special clothes to appear particularly appealing and attractive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prink
γ΄ ενικό πρόσωπο
prinks
ενεστώτα μετοχή
prinking
απλός αόριστος
prinked
παθητική μετοχή
prinked
02
ντύνομαι με μεγάλη προσοχή, στολίζομαι
dress very carefully and in a finicky manner



























