Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Principle
01
αρχή
a fundamental rule that is considered to be true and can serve as a basis for further reasoning or behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
principles
Παραδείγματα
The scientific method is based on the principle of empirical evidence, requiring observations and experiments to support hypotheses.
Η επιστημονική μέθοδος βασίζεται στην αρχή των εμπειρικών αποδείξεων, απαιτώντας παρατηρήσεις και πειράματα για την υποστήριξη υποθέσεων.
Παραδείγματα
She refused to compromise her principles, even when it meant losing the contract.
Αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τις αρχές της, ακόμα και όταν αυτό σήμαινε την απώλεια της σύμβασης.
03
αρχή, βασικός κανόνας
a basic truth, law, or assumption that serves as a foundation for reasoning or behavior
Παραδείγματα
Honesty is a guiding principle in her life.
Η ειλικρίνεια είναι μια καθοδηγητική αρχή στη ζωή της.
04
αρχή, νόμος
a rule, law, or fundamental concept explaining natural phenomena or the operation of a complex system
Παραδείγματα
The principle of conservation of energy governs physical systems.
Η αρχή της διατήρησης της ενέργειας διέπει τα φυσικά συστήματα.



























