priceless
price
ˈpraɪs
πραισ
less
ləs
λασ

Ορισμός και σημασία του "priceless"στα αγγλικά

01

ανεκτίμητος, πολύτιμος

having great value or importance 
priceless definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
value, sentiment, objects
Παραδείγματα
The handwritten letter from her late grandmother was a priceless keepsake. 

Το χειρόγραφο γράμμα από τη νεκρή γιαγιά της ήταν ένα ανεκτίμητο κειμήλιο.

02

ανεκτίμητος, ξεκαρδιστικός

so funny or ridiculous that it causes great amusement 
Παραδείγματα
Watching my dog try to chase his own tail was absolutely priceless. 

Το να βλέπω τον σκύλο μου να προσπαθεί να κυνηγήσει την ουρά του ήταν απολύτως ανεκτίμητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pricelessness
priceless
price
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store