Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Price
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prices
Παραδείγματα
He checked the price of the flight online.
Έλεγξε την τιμή της πτήσης online.
02
αξία, τιμή
high value or importance beyond monetary worth
Παραδείγματα
Freedom comes at a high price.
Η ελευθερία έρχεται με υψηλό τιμή.
03
τιμή, κόστος
the cost, effort, or sacrifice required to obtain something
Παραδείγματα
He paid the price for his negligence.
Πλήρωσε το την τιμή για την αμέλειά του.
04
ανταμοιβή, επιβράβευση
a monetary reward offered for information leading to the capture of a criminal
Παραδείγματα
Police announced a price for tips on the suspect.
Η αστυνομία ανακοίνωσε μια ανταμοιβή για πληροφορίες σχετικά με τον ύποπτο.
05
δωροδοκία, μπακσίσι
the amount of money paid to bribe or influence someone
Παραδείγματα
Officials demanded a price for granting the permit.
Οι υπάλληλοι ζήτησαν τιμή για την παροχή της άδειας.
to price
01
τιμολογώ, καθορίζω την τιμή
to set an amount that is needed as payment for a product or a service
Transitive: to price a product or service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
price
γ΄ ενικό πρόσωπο
prices
ενεστώτα μετοχή
pricing
απλός αόριστος
priced
παθητική μετοχή
priced
Παραδείγματα
Businesses carefully price their products to remain competitive in the market.
Οι επιχειρήσεις τιμολογούν προσεκτικά τα προϊόντα τους για να παραμείνουν ανταγωνιστικές στην αγορά.
02
τιμολογώ, εκτιμώ
to determine or inquire about the cost or value of something
Transitive: to price sth
Παραδείγματα
She priced the car before deciding whether to buy it.
Εκείνη τιμολόγησε το αυτοκίνητο πριν αποφασίσει αν θα το αγοράσει.
Λεξικό Δέντρο
priceless
pricey
price



























