prevenient
Pronunciation
/pɹɪvˈiːnɪənt/

Ορισμός και σημασία του "prevenient"στα αγγλικά

prevenient
01

προληπτικός, προηγούμενος

anticipating or preceding something in time or order
formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prevenient
συγκριτικός βαθμός
more prevenient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their prevenient market analysis predicted the economic shift.
Η προηγούμενη ανάλυση αγοράς τους πρόβλεψε την οικονομική μετατόπιση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store