Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prevention
01
πρόληψη, προφύλαξη
the act of stopping something bad from happening, especially crime or harm
Παραδείγματα
Fire prevention measures include alarms and drills.
Τα μέτρα πρόληψης πυρκαγιάς περιλαμβάνουν συναγερμούς και ασκήσεις.
Λεξικό Δέντρο
prevention
prevent



























