prevention
pre
prɪ
pri
ven
ˈvɛn
ven
tion
ʃən
shēn
subventiondeclensioncontentiondistension

Ορισμός και σημασία του "prevention"στα αγγλικά

01

πρόληψη, προφύλαξη

the act of stopping something bad from happening, especially crime or harm 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Crime prevention programs help communities stay safe. 

Τα προγράμματα πρόληψης του εγκλήματος βοηθούν τις κοινότητες να παραμένουν ασφαλείς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store