prevention
Pronunciation
/pɹiˈvɛnʃən/

Ορισμός και σημασία του "prevention"στα αγγλικά

01

πρόληψη, προφύλαξη

the act of stopping something bad from happening, especially crime or harm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Fire prevention measures include alarms and drills.
Τα μέτρα πρόληψης πυρκαγιάς περιλαμβάνουν συναγερμούς και ασκήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store