Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prevenient
01
προληπτικός, προηγούμενος
anticipating or preceding something in time or order
Formal
Παραδείγματα
Their prevenient market analysis predicted the economic shift.
Η προηγούμενη ανάλυση αγοράς τους πρόβλεψε την οικονομική μετατόπιση.



























