Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prevalent
01
διαδεδομένος, επικρατών
widespread or commonly occurring at a particular time or in a particular place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prevalent
συγκριτικός βαθμός
more prevalent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Depression is prevalent among college students, often due to academic stress and social pressures.
Η κατάθλιψη είναι διαδεδομένη μεταξύ των φοιτητών, συχνά λόγω ακαδημαϊκού άγχους και κοινωνικών πιέσεων.
Λεξικό Δέντρο
prevalent
valent
val



























