prevalent
pre
pri:
pri
va
væ
vā
lent
lənt
lēnt
benevolentmalevolent

Ορισμός και σημασία του "prevalent"στα αγγλικά

01

διαδεδομένος, επικρατών

widespread or commonly occurring at a particular time or in a particular place 
prevalent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prevalent
συγκριτικός βαθμός
more prevalent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
frequency, distribution, occurrence
Παραδείγματα
In this region, malaria is prevalent during the rainy season. 

Σε αυτήν την περιοχή, η ελονοσία είναι διαδεδομένη κατά τη διάρκεια της εποχής των βροχών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

prevalent
valent
val
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store