prevailing
pre
prɪ
pri
vai
ˈveɪ
vei
ling
lɪng
ling
unavailingdetailingunveilingunfailing

Ορισμός και σημασία του "prevailing"στα αγγλικά

prevailing
01

επικρατών, διαδεδομένος

existing or occurring commonly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prevailing
συγκριτικός βαθμός
more prevailing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The prevailing fashion trend this season is characterized by bold colors and oversized silhouettes. 

Η κυρίαρχη τάση μόδας αυτής της σεζόν χαρακτηρίζεται από τολμηρά χρώματα και υπερμεγέθεις σιλουέτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store