Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prevailing
01
επικρατών, διαδεδομένος
existing or occurring commonly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prevailing
συγκριτικός βαθμός
more prevailing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The prevailing fashion trend this season is characterized by bold colors and oversized silhouettes.
Η κυρίαρχη τάση μόδας αυτής της σεζόν χαρακτηρίζεται από τολμηρά χρώματα και υπερμεγέθεις σιλουέτες.
Λεξικό Δέντρο
prevailing
prevail



























