Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to preside
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preside
γ΄ ενικό πρόσωπο
presides
ενεστώτα μετοχή
presiding
απλός αόριστος
presided
παθητική μετοχή
presided
Παραδείγματα
The judge will preside over the trial and ensure that proceedings are conducted fairly.
Ο δικαστής θα προεδρεύσει στη δίκη και θα διασφαλίσει ότι οι διαδικασίες διεξάγονται δίκαια.
Λεξικό Δέντρο
presidency
preside



























