to preside
pre
prɪ
pri
side
ˈzaɪd
zaid
undriedcollidesubsideoutside

Ορισμός και σημασία του "preside"στα αγγλικά

to preside
01

προεδρεύω, διευθύνω

to act in an authoritative role in a ceremony, meeting, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preside
γ΄ ενικό πρόσωπο
presides
ενεστώτα μετοχή
presiding
απλός αόριστος
presided
παθητική μετοχή
presided
Παραδείγματα
The judge will preside over the trial and ensure that proceedings are conducted fairly. 

Ο δικαστής θα προεδρεύσει στη δίκη και θα διασφαλίσει ότι οι διαδικασίες διεξάγονται δίκαια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

presidency
preside
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store