preside
pre
prɪ
πρι
side
ˈzaɪd
ζαιντ
/prɪˈzaɪd/

Ορισμός και σημασία του "preside"στα αγγλικά

to preside
01

προεδρεύω, διευθύνω

to act in an authoritative role in a ceremony, meeting, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preside
γ΄ ενικό πρόσωπο
presides
ενεστώτα μετοχή
presiding
απλός αόριστος
presided
παθητική μετοχή
presided
Παραδείγματα
The chairman will preside over the annual shareholders' meeting and present the company's financial report.
Ο πρόεδρος θα προεδρεύσει στην ετήσια συνέλευση των μετόχων και θα παρουσιάσει την οικονομική έκθεση της εταιρείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store