Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prematurely
01
πρόωρα, πολύ νωρίς
before the expected, appropriate, or natural time
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The project was completed prematurely, leading to unforeseen issues.
Το έργο ολοκληρώθηκε πρόωρα, οδηγώντας σε απρόβλεπτα προβλήματα.
02
πρόωρα, πριν από το κανονικό χρόνο
occurring before the end of the normal pregnancy duration
Παραδείγματα
The child was born prematurely.
Το παιδί γεννήθηκε πρόωρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prematurely
maturely
mature



























