Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to preen
01
καθαρίζω τα φτερά, στολίζομαι
to groom oneself or another individual by straightening and cleaning the feathers or fur using the beak or tongue
Transitive
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preen
γ΄ ενικό πρόσωπο
preens
ενεστώτα μετοχή
preening
απλός αόριστος
preened
παθητική μετοχή
preened
02
στολίζομαι, καθαρίζω με φροντίδα
dress or groom with elaborate care
03
περηφανεύομαι, συγχαίρω τον εαυτό μου
pride or congratulate (oneself) for an achievement



























