preeminent
pre
pri:
πρη
e
ɛ
ε
mi
μα
nent
nənt
ναντ
/pɹiːˈɛmɪnənt/
pre-eminent

Ορισμός και σημασία του "preeminent"στα αγγλικά

preeminent
01

επιφανής, προεξέχων

surpassing others in quality, distinction, or importance
Approving
Formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most preeminent
συγκριτικός βαθμός
more preeminent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The preeminent literary work of the 20th century is celebrated for its profound themes and enduring impact on literature.
Το προεξέχον λογοτεχνικό έργο του 20ού αιώνα γιορτάζεται για τα βαθιά του θέματα και τη διαρκή επίδρασή του στη λογοτεχνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store