Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predominantly
01
κυρίως, κατά κύριο λόγο
in a manner that consists mostly of a specific kind, quality, etc.
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The region is predominantly agricultural, with vast expanses of farmland.
Η περιοχή είναι κυρίως αγροτική, με τεράστιες εκτάσεις αγροτικής γης.
Λεξικό Δέντρο
predominantly
dominantly
dominant
domin



























