Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to preclude
01
εμποδίζω, αποκλείω
to stop or prevent something from happening
Transitive: to preclude an action or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preclude
γ΄ ενικό πρόσωπο
precludes
ενεστώτα μετοχή
precluding
απλός αόριστος
precluded
παθητική μετοχή
precluded
Παραδείγματα
The proposed changes are designed to preclude future financial crises.
Οι προτεινόμενες αλλαγές έχουν σχεδιαστεί για να αποτρέψουν μελλοντικές οικονομικές κρίσεις.
02
εμποδίζω, αποκλείω
(of circumstances) to stop or prevent someone from being able to do something
Transitive: to preclude sb from sth
Παραδείγματα
The bad weather precluded us from going on our planned hike.
Ο κακός καιρός μας απέτρεψε από το να πάμε στην προγραμματισμένη μας πεζοπορία.
Λεξικό Δέντρο
preclusion
preclude



























