Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to preclude
01
εμποδίζω, αποκλείω
to stop or prevent something from happening
Transitive: to preclude an action or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
preclude
γ΄ ενικό πρόσωπο
precludes
ενεστώτα μετοχή
precluding
απλός αόριστος
precluded
παθητική μετοχή
precluded
Παραδείγματα
Strict security measures in place preclude unauthorized entry into the restricted zone.
Οι αυστηρές μέτρα ασφαλείας που ισχύουν αποκλείουν την μη εξουσιοδοτημένη είσοδο στην περιοχή περιορισμού.
02
εμποδίζω, αποκλείω
(of circumstances) to stop or prevent someone from being able to do something
Transitive: to preclude sb from sth
Παραδείγματα
His prior commitment to another project will preclude him from attending the meeting.
Η προηγούμενη δέσμευσή του σε ένα άλλο έργο θα εμποδίσει τη συμμετοχή του στη συνάντηση.
Λεξικό Δέντρο
preclusion
preclude



























