preceptor
Pronunciation
/pɹɪsˈɛptɚ/

Ορισμός και σημασία του "preceptor"στα αγγλικά

01

διδάσκαλος, μέντορας

a teacher or instructor, especially one who provides guidance, supervision, and mentorship to students or trainees in a specialized field
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preceptors
Παραδείγματα
The preceptor guided the medical students through their clinical rotations.
Ο καθηγητής καθοδήγησε τους φοιτητές ιατρικής στις κλινικές τους περιστροφές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store