precept
pre
ˈpri:
pri
cept
sɛpt
sept
percept

Ορισμός και σημασία του "precept"στα αγγλικά

01

αρχή, κατευθυντήρια αρχή

a guiding principle, intended to provide moral guidance or a basis for behavior 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
precepts
Παραδείγματα
"Honesty is the best policy" is a precept often emphasized to instill the value of truthfulness in individuals. 

« Η ειλικρίνεια είναι η καλύτερη πολιτική » είναι μια αρχή που τονίζεται συχνά για να εμφυτεύσει την αξία της αλήθειας στα άτομα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store