Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prat
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prats
Παραδείγματα
He slipped on the wet floor and landed square on his prat.
Γλίστρησε στο βρεγμένο πάτωμα και έπεσε κατευθείαν στον πισινό του.
02
ηλίθιος, βλάκας
a foolish, annoying, or incompetent person
Dialect
British
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
He tripped over his own scarf in front of everyone – what a prat.
Σκόνταψε στο δικό του κασκόλ μπροστά σε όλους – τι ηλίθιος.



























