to prance
prance
prɑ:ns
praans
prince

Ορισμός και σημασία του "prance"στα αγγλικά

to prance
01

χοροπηδώ, περπατώ με περηφάνια

to walk or move in a proud and often showy manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
prance
γ΄ ενικό πρόσωπο
prances
ενεστώτα μετοχή
prancing
απλός αόριστος
pranced
παθητική μετοχή
pranced
Παραδείγματα
The little girl couldn't contain her excitement and began to prance around the room after receiving a surprise gift. 

Το μικρό κορίτσι δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του και άρχισε να χοροπηδά γύρω από το δωμάτιο αφού έλαβε ένα δώρο έκπληξη.

02

χοροπηδώ, πηδώ

ride a horse such that it springs and bounds forward 
03

κάνω το άλογο να πηδήξει μπροστά, κάνω το άλογο να χοροπηδήσει

cause (a horse) to bound spring forward 
04

χοροπηδώ, σηκώνομαι στα πίσω πόδια

spring forward on the hind legs 
01

μια περήφανη και άκαμπτη βάδισή, μια πομπώδης βάδισή

a proud stiff pompous gait 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prances
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store