Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prance
01
χοροπηδώ, περπατώ με περηφάνια
to walk or move in a proud and often showy manner
Παραδείγματα
With a bouquet in hand, the bride and groom joyfully pranced down the aisle as a newly married couple, their happiness evident to all.
Με ένα μπουκέτο στο χέρι, η νύφη και ο γαμπρός χοροπηδούσαν χαρούμενα στον διάδρομο ως ένα νεόνυμφο ζευγάρι, η ευτυχία τους εμφανής σε όλους.
02
χοροπηδώ, πηδώ
ride a horse such that it springs and bounds forward
03
κάνω το άλογο να πηδήξει μπροστά, κάνω το άλογο να χοροπηδήσει
cause (a horse) to bound spring forward
04
χοροπηδώ, σηκώνομαι στα πίσω πόδια
spring forward on the hind legs
Prance
01
μια περήφανη και άκαμπτη βάδισή, μια πομπώδης βάδισή
a proud stiff pompous gait
Λεξικό Δέντρο
prancer
prance



























