Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prance
01
χοροπηδώ, περπατώ με περηφάνια
to walk or move in a proud and often showy manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
prance
γ΄ ενικό πρόσωπο
prances
ενεστώτα μετοχή
prancing
απλός αόριστος
pranced
παθητική μετοχή
pranced
Παραδείγματα
The little girl couldn't contain her excitement and began to prance around the room after receiving a surprise gift.
Το μικρό κορίτσι δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του και άρχισε να χοροπηδά γύρω από το δωμάτιο αφού έλαβε ένα δώρο έκπληξη.
02
χοροπηδώ, πηδώ
ride a horse such that it springs and bounds forward
03
κάνω το άλογο να πηδήξει μπροστά, κάνω το άλογο να χοροπηδήσει
cause (a horse) to bound spring forward
04
χοροπηδώ, σηκώνομαι στα πίσω πόδια
spring forward on the hind legs
Prance
01
μια περήφανη και άκαμπτη βάδισή, μια πομπώδης βάδισή
a proud stiff pompous gait
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prances
Λεξικό Δέντρο
prancer
prance



























