prawn
prawn
prɔ:n
prawn
perondrawnbrawnpawn

Ορισμός και σημασία του "prawn"στα αγγλικά

01

γαρίδα, μεγάλη γαρίδα

a marine crustacean with a compressed abdomen that is cooked as food 
prawn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prawns
Παραδείγματα
The restaurant's specialty dish featured grilled prawns marinated in garlic and herbs. 

Το σπέσιαλ πιάτο του εστιατορίου περιλάμβανε ψητά γαρίδες μαριναρισμένες σε σκόρδο και βότανα.

02

γαρίδα, αστακός

any of various edible decapod crustaceans 
prawn definition and meaning
03

ανόητος, ηλίθιος

(Australian) a fool or idiot 
αργκό
Παραδείγματα
Don't be a prawn, think before you act. 

Μην είσαι γαρίδα, σκέψου πριν ενεργήσεις.

to prawn
01

ψαρεύω γαρίδες, πιάζω γαρίδες

fish for prawns 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prawn
γ΄ ενικό πρόσωπο
prawns
ενεστώτα μετοχή
prawning
απλός αόριστος
prawned
παθητική μετοχή
prawned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store