Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prawn
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prawns
Παραδείγματα
The chef taught us how to properly clean and devein prawns before cooking them.
Ο σεφ μας έμαθε πώς να καθαρίζουμε και να αφαιρούμε τις φλέβες από τις γαρίδες σωστά πριν τις μαγειρέψουμε.
02
γαρίδα, αστακός
any of various edible decapod crustaceans
03
ανόητος, ηλίθιος
(Australian) a fool or idiot
slang
Παραδείγματα
He looked like a prawn when he spilled the drink.
Έμοιαζε με ηλίθιο όταν έριξε το ποτό.
to prawn
01
ψαρεύω γαρίδες, πιάζω γαρίδες
fish for prawns
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prawn
γ΄ ενικό πρόσωπο
prawns
ενεστώτα μετοχή
prawning
απλός αόριστος
prawned
παθητική μετοχή
prawned



























