Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Powwow
01
γρήγορη ιδιωτική συνάντηση, ιδιωτική διάσκεψη
(informal) a quick private conference
02
ένα powwow, μια παραδοσιακή τελετή των ιθαγενών Αμερικανών
a traditional ceremony of Native Americans in which they gather, dance, and sing
Παραδείγματα
The powwow provided an opportunity for younger generations to learn about and connect with their cultural heritage.
Το powwow παρείχε μια ευκαιρία στις νεότερες γενιές να μάθουν και να συνδεθούν με την πολιτιστική τους κληρονομιά.
to powwow
01
πραγματοποιώ συμβούλιο, μιλάω ή συσκέπτομαι
hold a powwow, talk, conference or meeting
Λεξικό Δέντρο
powwow
pow
wow



























