powwow
pow
ˈpaʊ
paw
wow
waʊ
vaw
pow-wow

Ορισμός και σημασία του "powwow"στα αγγλικά

01

γρήγορη ιδιωτική συνάντηση, ιδιωτική διάσκεψη

(informal) a quick private conference 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
powwows
02

ένα powwow, μια παραδοσιακή τελετή των ιθαγενών Αμερικανών

a traditional ceremony of Native Americans in which they gather, dance, and sing 
Παραδείγματα
Traditional crafts and foods were showcased at the powwow, adding to the festive atmosphere. 

Παραδοσιακές χειροτεχνίες και τρόφιμα παρουσιάστηκαν στο powwow, προσθέτοντας στη γιορτινή ατμόσφαιρα.

to powwow
01

πραγματοποιώ συμβούλιο, μιλάω ή συσκέπτομαι

hold a powwow, talk, conference or meeting 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
powwow
γ΄ ενικό πρόσωπο
powwows
ενεστώτα μετοχή
powwowing
απλός αόριστος
powwowed
παθητική μετοχή
powwowed

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

powwow

pow

+

wow

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store