polluted
po
llu
ˈlu:
loo
ted
tɪd
tid
unsuitedreputedundilutedsuited

Ορισμός και σημασία του "polluted"στα αγγλικά

01

μολυσμένος, ρυπασμένος

containing harmful or dirty substances 
polluted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most polluted
συγκριτικός βαθμός
more polluted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The polluted river was filled with trash and chemical runoff, posing a danger to aquatic life. 

Ο μολυσμένος ποταμός ήταν γεμάτος σκουπίδια και χημικά υπολείμματα, θέτοντας σε κίνδυνο την υδρόβια ζωή.

Λεξικό Δέντρο

unpolluted
polluted
pollute
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store