bacon
ba
ˈbeɪ
μπει
con
kən
καν
baronbatonbeaconbicon

Ορισμός και σημασία του "bacon"στα αγγλικά

01

μπέικον, παστό χοιρινό

thin slices of salted or smoked pork, often fried and eaten in meals 
bacon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bacons
Παραδείγματα
He cooked crispy bacon to accompany his scrambled eggs for breakfast. 

Μαγείρεψε τραγανό μπέικον για να συνοδεύσει τα ομελέτα του στο πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store