Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Backyard
01
πίσω αυλή, κήπος
a small, enclosed area that is situated at the back of a house and is usually covered with a lawn or other vegetation
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
backyards
Παραδείγματα
The kids spent the afternoon playing in the backyard.
Τα παιδιά πέρασαν το απόγευμα παίζοντας στην πίσω αυλή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
backyard
back
yard



























