Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pleonastic
01
πλεοναστικός, περιττός
using more words than necessary to express an idea, often resulting in redundancy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pleonastic
συγκριτικός βαθμός
more pleonastic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The phrase "end result" is pleonastic because "result" alone suffices.
Η φράση "τελικό αποτέλεσμα" είναι πλεοναστική επειδή αρκεί μόνο το "αποτέλεσμα".



























