Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Backpacking
01
ταξίδι με σακίδιο, σακιδιάρικη περιπλάνηση
a style of traveling around, cheap and often on foot, carrying one's belongings in a backpack
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She went backpacking across Europe for a month.
Ταξίδεψε με σακίδιο σε όλη την Ευρώπη για ένα μήνα.
02
ταξίδι με σακίδιο, backpacking
the activity of hiking while carrying all one's supplies, including food, tent, clothing, etc. in a backpack, typically involves spending at least one night camping outdoors
Παραδείγματα
Backpacking is a great way to challenge yourself and disconnect from the everyday.
Ο ταξιδιωτικός τουρισμός είναι ένας υπέροχος τρόπος να προκαλέσεις τον εαυτό σου και να αποσυνδεθείς από την καθημερινότητα.
Λεξικό Δέντρο
backpacking
backpack
back
pack



























