Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pleasurably
01
ευχάριστα, με ευχαρίστηση
in a way that gives enjoyment, satisfaction, or delight
Παραδείγματα
The novel was pleasurably easy to read and hard to put down.
Το μυθιστόρημα ήταν ευχάριστα εύκολο να διαβαστεί και δύσκολο να αφεθεί.
Λεξικό Δέντρο
pleasurably
pleasurable
pleasure
please



























