Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pleasurably
01
ευχάριστα, με ευχαρίστηση
in a way that gives enjoyment, satisfaction, or delight
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She smiled pleasurably as she listened to the music.
Χαμογέλασε ευχάριστα ενώ άκουγε τη μουσική.
Λεξικό Δέντρο
pleasurably
pleasurable
pleasure
please



























