pleasurable
plea
ˈplɛ
ple
su
ʒə
zhē
ra
rə
rē
ble
bəl
bēl
measurable

Ορισμός και σημασία του "pleasurable"στα αγγλικά

pleasurable
01

ευχάριστος, απολαυστικός

giving satisfaction and enjoyment 
pleasurable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pleasurable
συγκριτικός βαθμός
more pleasurable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, sensation, evaluation
Παραδείγματα
Swimming in the warm ocean water was a pleasurable experience. 

Το κολύμπι στο ζεστό νερό του ωκεανού ήταν μια ευχάριστη εμπειρία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pleasurably
pleasurable
pleasure
please
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store