Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pleasurable
01
ευχάριστος, απολαυστικός
giving satisfaction and enjoyment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pleasurable
συγκριτικός βαθμός
more pleasurable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Enjoying a delicious meal at a favorite restaurant is always pleasurable.
Απολαμβάνοντας ένα νόστιμο γεύμα σε ένα αγαπημένο εστιατόριο είναι πάντα ευχάριστο.
Λεξικό Δέντρο
pleasurably
pleasurable
pleasure
please



























