Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plead
01
ικετεύω, παρακαλώ
to make an earnest and emotional request, often accompanied by a strong sense of urgency or desperation
Transitive: to plead for sth
Ditransitive: to plead with sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plead
γ΄ ενικό πρόσωπο
pleads
ενεστώτα μετοχή
pleading
απλός αόριστος
pleaded
παθητική μετοχή
pleaded
Παραδείγματα
He pleaded with his boss to reconsider the decision to terminate his employment.
Παρεκάλεσε το αφεντικό του να επανεξετάσει την απόφαση να τερματίσει την απασχόλησή του.
02
εκθέτω
to state in a court of law, in front of the judge and the jury, whether someone is guilty or not guilty of a crime
Linking Verb: to plead [adj]
Παραδείγματα
The defendant pleaded not guilty to the charges of robbery and assault.
Ο κατηγορούμενος δήλωσε αθώος για τις κατηγορίες ληστείας και επίθεσης.
03
υποστηρίζω, επιχειρηματολογώ
to present arguments in a court of law to support a case
Transitive: to plead a legal case or position
Παραδείγματα
The prosecutor pleaded the evidence to prove the guilt of the accused beyond a reasonable doubt.
Ο εισαγγελέας υπέβαλε τα στοιχεία για να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία.
04
επιχειρηματολογώ, ικανολογούμαι
to state something as an excuse
Transitive: to plead an excuse or a point of law
Παραδείγματα
The defense lawyer pleaded self-defense, arguing that the defendant acted to protect himself from imminent harm.
Ο δικηγόρος της άμυνας επέμενε στην αυτοάμυνα, υποστηρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε για να προστατευτεί από επικείμενη βλάβη.
Λεξικό Δέντρο
pleader
pleading
plead



























