pleach
pleach
pli:ʧ
πλητσ
/plˈiːt‍ʃ/

Ορισμός και σημασία του "pleach"στα αγγλικά

to pleach
01

πλέκω, πλέκω σε πλεξούδα

form or weave into a braid or braids
to pleach definition and meaning
02

πλέκω τα βλαστάρια, πλέκω τα κλαδιά

interlace the shoots of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pleach
γ΄ ενικό πρόσωπο
pleaches
ενεστώτα μετοχή
pleaching
απλός αόριστος
pleached
παθητική μετοχή
pleached
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store