Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pleach
01
πλέκω, πλέκω σε πλεξούδα
form or weave into a braid or braids
02
πλέκω τα βλαστάρια, πλέκω τα κλαδιά
interlace the shoots of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pleach
γ΄ ενικό πρόσωπο
pleaches
ενεστώτα μετοχή
pleaching
απλός αόριστος
pleached
παθητική μετοχή
pleached



























