backlog
Pronunciation
/ˈbækˌlɑːɡ/

Ορισμός και σημασία του "backlog"στα αγγλικά

01

εκκρεμότητες, συσσώρευση εκκρεμών εργασιών

a collection of tasks, orders, or materials that have not been completed or processed, requiring attention
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backlogs
Παραδείγματα
The construction project faced a backlog of materials deliveries, slowing down progress.
Το έργο κατασκευής αντιμετώπισε μια καθυστέρηση στις παραδόσεις υλικών, επιβραδύνοντας την πρόοδο.
02

αποθεματικό, απόθεμα

something kept back or saved for future use or a special purpose
03

το μεγάλο κούτσουρο στο πίσω μέρος της εστίας, το μεγάλο τμήμα ξύλου στο πίσω μέρος της φωτιάς

the large log at the back of a hearth fire
to backlog
01

συσσωρεύουν και δημιουργούν μια καθυστέρηση, συσσωρεύουν μια καθυστέρηση

accumulate and create a backlog
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backlog
γ΄ ενικό πρόσωπο
backlogs
ενεστώτα μετοχή
backlogging
απλός αόριστος
backlogged
παθητική μετοχή
backlogged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store