Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Playtime
01
ώρα παιχνιδιού, διάλειμμα
a duration of time at school when children are free to exit their classroom and spend their time playing outside
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
playtimes
Παραδείγματα
Playtime is essential for children's development, fostering creativity and social skills.
Ο χρόνος παιχνιδιού είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη των παιδιών, ενθαρρύνοντας τη δημιουργικότητα και τις κοινωνικές δεξιότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
playtime
play
time



























