plaything
play
ˈpleɪ
πλει
thing
θɪng
θινγκ

Ορισμός και σημασία του "plaything"στα αγγλικά

01

παιχνίδι, αντικείμενο παιχνιδιού

an artifact designed to be played with 
plaything definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
playthings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

plaything

play

+

thing

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store