Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Playbill
01
θεατρικό πρόγραμμα, λίστα παραστάσεων
a list of plays that are performed in a theater
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
playbills
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
playbill
play
bill



























