Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
playable
01
παιχνιδιστός, κατάλληλος για παιχνίδι
suitable or able to be played
Παραδείγματα
The playable characters in the game each have unique abilities and skills.
Οι παιχνίδι χαρακτήρες στο παιχνίδι έχουν καθένας μοναδικές ικανότητες και δεξιότητες.
Λεξικό Δέντρο
replayable
unplayable
playable
play



























