playable
playable
'pleɪəbl
pleiebl
payableplacableplaceable

Ορισμός και σημασία του "playable"στα αγγλικά

01

παιχνιδιστός, κατάλληλος για παιχνίδι

suitable or able to be played 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most playable
συγκριτικός βαθμός
more playable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new video game console offers a wide selection of playable titles. 

Η νέα κονσόλα βιντεοπαιχνιδιών προσφέρει μια ευρεία επιλογή παιχνίδιμων τίτλων.

Λεξικό Δέντρο

replayable
unplayable
playable
play
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store