Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plagiarize
01
λογοκλοπώ
to take and use the work, words or ideas of someone else without referencing them
Transitive: to plagiarize someone else's work or ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plagiarize
γ΄ ενικό πρόσωπο
plagiarizes
ενεστώτα μετοχή
plagiarizing
απλός αόριστος
plagiarized
παθητική μετοχή
plagiarized
Παραδείγματα
The student was accused of plagiarizing a passage from an online article in his research paper without citing the source.
Ο μαθητής κατηγορήθηκε ότι επιχείρησε λογοκλοπή ενός αποσπάσματος από ένα διαδικτυακό άρθρο στην ερευνητική του εργασία χωρίς να αναφέρει την πηγή.



























