Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pities
Παραδείγματα
She felt a deep sense of pity for the homeless man shivering in the cold.
Ένιωσε ένα βαθύ αίσθημα οίκτου για τον άστεγο που τρέμει από το κρύο.
02
κρίμα, λύπη
something regarded as unfortunate, disappointing, or regrettable
Παραδείγματα
It's a pity you couldn't come.
Είναι κρίμα που δεν μπορέσατε να έρθετε.
to pity
01
λυπάμαι, συμπονώ
to feel sorrow or compassion for the misfortunes or suffering of someone.
Transitive: to pity sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
pity
γ΄ ενικό πρόσωπο
pities
ενεστώτα μετοχή
pitying
απλός αόριστος
pitied
παθητική μετοχή
pitied
Παραδείγματα
She couldn't help but pity the stray dog shivering in the cold.
Δεν μπορούσε παρά να λυπηθεί το αδέσποτο σκυλί που τρέμει από το κρύο.
Λεξικό Δέντρο
piteous
pitiable
pitiful
pity



























