Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pity
Παραδείγματα
The documentary on the plight of endangered species evoked a strong sense of pity for the animals and their struggle for survival.
Το ντοκιμαντέρ για τη δυσμενή κατάσταση των απειλούμενων ειδών προκάλεσε ένα ισχυρό αίσθημα οίκτου για τα ζώα και τον αγώνα τους για την επιβίωση.
02
κρίμα, λύπη
something regarded as unfortunate, disappointing, or regrettable
Παραδείγματα
A pity she did n't finish the project.
Κρίμα που δεν ολοκλήρωσε το έργο.
to pity
01
λυπάμαι, συμπονώ
to feel sorrow or compassion for the misfortunes or suffering of someone.
Transitive: to pity sb/sth
Παραδείγματα
It 's natural to pity those facing hardships and offer support.
Είναι φυσικό να λυπάσαι όσους αντιμετωπίζουν δυσκολίες και να προσφέρεις υποστήριξη.
Λεξικό Δέντρο
piteous
pitiable
pitiful
pity



























