pity
pi
ˈpɪ
pi
ty
ti
ti
pithypiety

Ορισμός και σημασία του "pity"στα αγγλικά

01

οίκτος, συμπόνια

a feeling of sadness caused by the suffering of others 
pity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pities
Παραδείγματα
She felt a deep sense of pity for the homeless man shivering in the cold. 

Ένιωσε ένα βαθύ αίσθημα οίκτου για τον άστεγο που τρέμει από το κρύο.

02

κρίμα, λύπη

something regarded as unfortunate, disappointing, or regrettable 
Παραδείγματα
It's a pity you couldn't come. 

Είναι κρίμα που δεν μπορέσατε να έρθετε.

to pity
01

λυπάμαι, συμπονώ

to feel sorrow or compassion for the misfortunes or suffering of someone. 
Transitive: to pity sb/sth
to pity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
pity
γ΄ ενικό πρόσωπο
pities
ενεστώτα μετοχή
pitying
απλός αόριστος
pitied
παθητική μετοχή
pitied
Παραδείγματα
She couldn't help but pity the stray dog shivering in the cold. 

Δεν μπορούσε παρά να λυπηθεί το αδέσποτο σκυλί που τρέμει από το κρύο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store